Μια μικρή ιστορία

 


Λένε ότι ο πρώτος έρωτας είναι παντοτινός. Δεν το πιστεύω. Ίσως να είναι καθοριστικός ως προς το πώς αντιμετωπίζει τον έρωτα ο καθένας στην υπόλοιπη ζωή του. Ίσως πάλι και όχι.

Σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή, διατηρήσαμε το προνόμιο να ζήσουμε την αθωότητα της παιδικής μας ηλικίας, χωρίς να εμπλέξουμε τις ερωτικές ανοησίες στο μικρό μυαλό μας. Το μόνο που μας απασχολούσε ήταν το παιχνίδι: στον δρόμο, στο γήπεδο, στην παιδική χαρά.

Όλα αυτά μέχρι εκείνο το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι πριν από τη Β΄Γυμνασίου.

Κι όμως! Ποτέ πριν δεν είχα νιώσει ερωτικό ενδιαφέρον για το αντίθετο φύλο. Απολάμβανα το παιχνίδι και την παρέα με τα αγόρια, και τίποτα παραπάνω, χωρίς ζήλιες, εγωισμούς και αντιπάθειες. Ωραία χρόνια!

Εκείνο το καλοκαιρινό πρωινό ένα φορτηγό είχε σταματήσει μπροστά στο δυάρι, που εμείς το λέγαμε «πολυκατοικία»! Οι υπάλληλοι ξεφόρτωναν τα μεγάλα κουτιά. Νέοι γείτονες! Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα… Μια τετραμελής οικογένεια με πατέρα στρατιωτικό και δυο αγόρια στην ηλικία μας ήταν η νέα συντροφιά μας.

Το επόμενο πρωί κατεβήκαμε νωρίς νωρίς για παιχνίδι. Όλοι ανυπομονούσαμε να γνωρίσουμε τους νέους φίλους μας. Η πόρτα τους επιτέλους άνοιξε και βγήκαν τα αγόρια. Ένα μελαχροινό αγόρι βγήκε πρώτο, όμορφο με καστανά εκφραστικά μάτια, αθλητικό σώμα, ωραίο χαμόγελο. Η πρώτη μας οπτική επαφή ήταν απερίγραπτη. Το βλέμμα μου κόλλησε πάνω στο δικό του για αρκετή ώρα. Ένιωσα τα πάντα να αλλάζουν. Επανήλθα στην πραγματικότητα από τις φωνές των υπολοίπων.Ήταν ώρα επιλογής παιχνιδιού για να καλωσορίσουμε τα νέα μέλη της ομάδας μας.

Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού έκανα τόσα λάθη που η ομάδα μου έχασε. «Μα καλά , τι έπαθες σήμερα;», με ρώτησε η κολλητή μου.

«Δεν ξέρω, δεν αισθάνομαι καλά», απάντησα.

Κλείστηκα μες στο σπίτι. Δεν είχα όρεξη για τίποτα. Δεν με ενδιέφερε πια το παιχνίδι. Δεν ήξερα γιατί ένιωθα έτσι. Την επόμενη μέρα τα παιδιά ξαναμαζεύτηκαν. «Η αδερφή σου;», ρώτησε ο Αχιλλέας, ο υπεύθυνος της ακραίας συναισθηματικής μου αλλαγής.«Δεν νιώθει καλά από χτες», απάντησε ο αδερφός μου, μάλλον δεν θα κατέβει.

Και έτσι περνούσαν οι μέρες. Και εγώ βαριόμουν απίστευτα μες στο σπίτι, αλλά δεν ήθελα να βρεθώ κοντά στον Αχιλλέα. Ένιωθα τρομερή αμηχανία και ντροπή.

«Η αδερφή σου πρέπει να ερωτεύτηκε κάποιον από τους καινούργιους», άκουσα τον μεγαλύτερο ξάδερφο μας να λέει στον αδερφό μου. «Γι’ αυτό συμπεριφέρεται έτσι». Κι εκείνος απάντησε: «Πιο εύκολα θα ερωτευόταν ένα τέρας παρά ένα αγόρι!».

Έτσι πέρασε το υπόλοιπο καλοκαίρι. Δεν κατέβαινα συχνά για παιχνίδι. Δεν μπορούσα να είμαι κοντά του. Ήλπιζα ότι με το που θα άνοιγε το σχολείο θα τον ξεχνούσα. Ήταν έτσι κι αλλιώς έναν χρόνο μικρότερος. Και ευτυχώς, δεν θα ήμασταν στην ίδια τάξη.

Ξεκίνησε λοιπόν το σχολείο και ένιωσα ανακούφιση που θα τελείωνε ο εγκλεισμός μου στο σπίτι. Δυστυχώς τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα όσο είχα φανταστεί γιατί συναντιόμασταν συχνά. Πολλές φορές σχολούσαμε την ίδια ώρα και επομένως γυρίζαμε μαζί προς τα σπίτια μας.

Έγινα επιθετική απέναντι του. Τον πρόσβαλλα και τον κορόιδευα. Στο κάτω κάτω δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα μικρό ανόητο αγόρι! Είχε καιρό για έρωτες και τέτοιες ανοησίες! Και αυτός; Αυτός απαντούσε πάντα σε κάθε προσβολή μ’ ένα γλυκό αμήχανο χαμόγελο.

Και οι μέρες περνούσαν… Και ξεκινήσαμε Ιλιάδα. Και νάτος πάλι ο Αχιλλέας!

Μελαχροινός με καστανά μεγάλα μάτια, ατίθασος και περήφανος. Κυριαρχούσε στο μυαλό μου. Ήταν η ενσάρκωση του ομηρικού ήρωα που είχα ερωτευτεί. Αλλά ο ήρωας του έργου ήταν κάτι ουτοπικό, ψεύτικο, ικανό να φανταστεί κάποιος και να μην πληγωθεί, να ονειροπολήσει, χωρίς να ενοχλήσει κανέναν, χωρίς να εξαπατηθεί από κανέναν.

Και οι μήνες πέρασαν. Τα συναισθήματα μέσα μου πάλευαν. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, συνειδητοποίησα ότι δεν ήμουν πλέον παιδί, αλλά μια έφηβη. Οι γονεϊκοί κανόνες που προστάτευαν την «αθωότητα της κόρης» έγιναν πολύ αυστηροί. Ήταν ανεπίτρεπτο, σχεδόν ανήθικο, ένα κορίτσι να κάνει παρέα με αγόρια αν δεν συνοδευόταν από κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας.

Και ήρθε το καλοκαίρι. Ο Αχιλλέας κατέβαινε και πάλι για παιχνίδι. Αλλά εγώ δεν μπορούσα να τον βλέπω. Η επιρροή που ασκούσε το βλέμμα του πάνω μου ήταν τόσο μεγάλη… Είχα κρύψει τα συναισθήματα που είχαν νικήσει τόσο καλά ώστε δεν θα επέτρεπα σ’ ένα βλέμμα να με προδώσει.

Την επόμενη χρονιά ο πατέρας του Αχιλλέα πήρε μετάθεση για Κύπρο. Ένιωσα ανακούφιση. Δε θα τον ξαναέβλεπα και έτσι θα γλίτωνα από τέτοιες ανόητες περιπέτειες. Κι όμως, η απορία αυτή πάντα με βασανίζει: αν δεν έχτιζα τον τοίχο με τα ανυπέρβλητα Μη και Δεν και ζούσα τη στιγμή, δεν θα είχα κερδίσει σίγουρα πιο ενθουσιώδεις αναμνήσεις; Δε θα είχα νιώσει την παιδική αγάπη; Δεν θα είχα γνωρίσει την πλατωνική πλευρά του έρωτα; Κι όμως ο Αχιλλέας είναι ακόμα παρών στη ζωή μου. Υποσυνείδητα επέλεξα αυτό το όνομα για τον γιο μου. Δεν είναι αστείο το πώς αποφασίζει ασυνείδητα το μυαλό;

Ο κόσμος μας μπορεί να γίνει καλύτερος με μικρές καθημερινές αλλαγές!!

Διαβάστε επίσης:


Συντάκτης : Γιώτα Γρέκη

Εκπαιδευτικός, Ειδική Παιδαγωγός,  Δασκάλα Γιόγκα, Εναλλακτική Θεραπεύτρια.

( Επιτρέπεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή (ολική, μερική ή αποσπασματική) με την προϋπόθεση αναγραφής της πηγής προέλευσης.

Όσον αφορά στα ενυπόγραφα άρθρα επιτρέπεται η αναδημοσίευση ΜΟΝΟΝ κατόπιν αδείας του συγγραφέα.)


Σχόλια

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Είσαι Λύκος όχι μαύρο πρόβατο!

Μοναχικός σημαίνει Μοναδικός

Ελεύθερος Άνθρωπος και δήθεν "πρέπει"